λέων

I
Όνομα λογίων της βυζαντινής περιόδου.
1. Λόγιος και κληρικός (9ος αι.). Σοφός δάσκαλος με ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση και σκέψη, άκμασε την εποχή κατά την οποία στο Βυζάντιο σημειώθηκε μια αξιόλογη πνευματική άνθηση επί Θεοφίλου και Μιχαήλ Γ’ με την ίδρυση του πανεπιστημίου της Μαγναύρας. Ο Λ. διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και είχε πολύ αξιόλογη εκπαιδευτική δράση. Το κύριο έργο του πραγματοποιήθηκε μετά την ανάληψη της διεύθυνσης του πανεπιστημίου της Μαγναύρας, όπου δίδαξε μαθηματικά σε ορισμένες από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Η επιτυχία της διδασκαλίας του διέδωσε τη φήμη του έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας και ήταν χαρακτηριστική η επίμονη προσπάθεια του χαλίφη Μαμούν να τον αποσπάσει στην τότε ακμάζουσα πνευματικά Αυλή του της Βαγδάτης.
2. Λ. ο Διάκονος (β’ μισό 10ου αι.). Ιστορικός. Το έργο του καλύπτει τη βασιλεία των αυτοκρατόρων Ρωμανού Β’, Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή (959-976) και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποτελεί τη μοναδική πραγματική πηγή της εποχής αυτής. Ο Λ., αυτόπτης μάρτυρας της ηρωικής αυτής περιόδου, έδωσε εκτενείς περιγραφές των επιχειρήσεων εναντίον των Βουλγάρων, των Αράβων, των Ρώσων και κυρίως των στρατιωτικών κατορθωμάτων του Φωκά και του Τσιμισκή, ενώ συγχρόνως διαφώτισε με πολύτιμες πληροφορίες την παράλληλη περίοδο της ρωσικής ιστορίας.
3. Λ. ο Γραμματικός (τέλη 10ου – αρχές 11ου αι.). Χρονογράφος. Έγραψε το χρονικό Η των νέων βασιλέων χρονογραφία (1013), που ξεκινά από τον Αδάμ και την κτίση του κόσμου και περιλαμβάνει την ιστορία των Ιουδαίων, των Βαβυλωνίων, των Περσών, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων μέχρι την Κλεοπάτρα. Επίσης, αναφέρει συνοπτικά την ιστορία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών αυτοκρατόρων έως το 949. Αν και η χρονογραφία αυτή δεν έχει ιδιαίτερη αξία, είναι όμως χρήσιμη και διακρίνεται μέσα της ο ζήλος του συγγραφέα για τον χριστιανισμό.
II
Όνομα έξι βασιλιάδων της Αρμενίας.
1. Λ. Α’ (; – 1141). Βασιλιάς της Αρμενίας (1129-37). Συμμάχησε με τους Λατίνους ηγεμόνες της Αντιοχείας και απέσπασε από τους Βυζαντινούς τις πόλεις Ταρσό και Άδανα. Αιχμαλωτίστηκε τελικά από τον Ιωάννη Κομνηνό και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
2. Λ. Β’, ο Μέγας (; – 1219). Βασιλιάς της Αρμενίας (1199-1219). Πολέμησε εναντίον των Τούρκων και του Βοημούνδου Δ’.
3. Λ. Γ’ (; – 1289). Βασιλιάς της Αρμενίας (1270-89). Δέχτηκε την επικυριαρχία των Μογγόλων, οι οποίοι και τον προστάτευσαν από τους Μαμελούκους.
4. Λ. Δ’ (; – 1307). Βασιλιάς της Αρμενίας (1301-7). Πολέμησε τους Μαμελούκους με τη βοήθεια των Μογγόλων, αλλά τελικά εκτελέστηκε από τους τελευταίους.
5. Λ. Ε’ (; – 1342). Βασιλιάς της Αρμενίας (1320-42). Πολέμησε εναντίον των Μαμελούκων και των Μογγόλων, αλλά τελικά δολοφονήθηκε.
6. Λ. ΣΤ’ ντε Πουατιέ-Λουζινιάν (; – 1393). Βασιλιάς της Αρμενίας (1373-75). Το βασίλειό του λεηλατήθηκε από τους Μαμελούκους και ο ίδιος οδηγήθηκε αιχμάλωτος στο Κάιρο. Αναγκάστηκε να πληρώσει λύτρα και έφυγε για τη Γαλλία, όπου και πέθανε.
III
Όνομα στρατιωτικών της βυζαντινής περιόδου.
1. Στρατηγός (τέλη 4ου αι.). Έδρασε την περίοδο βασιλείας του Αρκαδίου (395-408). Το 395 στάλθηκε με τον Γότθο στρατηγό Γαϊνά εναντίον του αρχηγού των Γότθων της Μικράς Ασίας Τριβιγίλδη, ο οποίος είχε επαναστατήσει. Η αποστολή κατέληξε σε αποτυχία, καθώς ο Γαϊνάς πρόδωσε τον Λ. στους ομόφυλούς του στασιαστές.
2. Λ. Αποστύπτης ή Αποστίππις (τέλη 9ου αι.). Στρατηγός που έδρασε την περίοδο βασιλείας του Βασιλείου Α’ (867-886). Καταγόταν από τη σημερινή Κιουτάχεια της Τουρκίας και το 881 συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Βυζαντίου εναντίον των Αράβων της βόρειας Αφρικής, που είχαν εισβάλει στην Καλαβρία της νότιας Ιταλίας. Στη διάρκεια των εχθροπραξιών ο Λ. ήρθε σε τόσο σοβαρές προστριβές με τον συνάδελφό του, στρατηγό Προκόπιο, ώστε τον άφησε ανυποστήρικτο να νικηθεί και να σκοτωθεί από τους Άραβες. Όταν ο Βασίλειος Α’ πληροφορήθηκε την εγκληματική διαγωγή του Λ., τον τιμώρησε με καθαίρεση από το αξίωμά του και τον έστειλε πίσω στην πατρίδα του, ενώ ο αρχιστράτηγος Βαϊάνος και ο κουβικουλάριος Χαμάρετος υπέβαλαν μήνυση εναντίον του, κατηγορώντας τον ως υπαίτιο για τον θάνατο του Προκόπιου. Τότε, οι γιοι του Λ., Βάρδας και Δαβίδ, σκότωσαν τον Βαϊάνο και έφυγαν με τον πατέρα τους για εκστρατεία εναντίον των Αράβων της Συρίας· καταδιώχθηκαν, όμως, από τον εταιρειάρχη Βαρτζαπέδων μέχρι την Καππαδοκία, όπου ο Λ. συνελήφθη και οι γιοι του δολοφονήθηκαν. Ο Λ. οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταδικάστηκε από τον μάγιστρο Μανουήλ σε εξόρυξη του ενός ματιού του και αποκοπή των χεριών του. Μετά την ποινή του εξορίστηκε στη Μεσημβρία της Θράκης, όπου πέθανε σε προχωρημένη ηλικία.
3. Λ. ο Μωρολέων (τέλη 9ου αι.). Στρατηγός και πατρίκιος στα χρόνια του Λέοντα ΣΤ’ (886-912). Η προσωνυμία του οφείλεται στους συμπολεμιστές του, οι οποίοι τον ονόμασαν έτσι για την ακάθεκτη ορμή του κατά τη διάρκεια της μάχης. Υπερασπίστηκε γενναία την Αδριανούπολη εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων, Συμεών, αλλά τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Συμεών τον σκότωσε, αφού προηγουμένως τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια.
4. Ναύαρχος (10ος αι.). Έδρασε επί βασιλείας του Ιωάννη Α’ Τσιμισκή (969-976). Γενναίος και δραστήριος, είχε αναλάβει την ασφάλεια της Κωνσταντινούπολης για το διάστημα που ο αυτοκράτορας θα απουσίαζε στη Βουλγαρία πολεμώντας εναντίον των Ρώσων (970-971). Το καλοκαίρι του 971 ο κρατούμενος στη Μήθυμνα της Λέσβου κουροπαλάτης Λέων Φωκάς κατόρθωσε να αποδράσει και να φτάσει κρυφά στην Κωνσταντινούπολη με τον γιο του Νικηφόρο, όπου ήρθε σε συνεννόηση με φίλους του για να καταλάβει ο ίδιος τον θρόνο. Ο Λ. πολιόρκησε το σπίτι των Φωκάδων όταν πληροφορήθηκε το σχέδιό τους, εκείνοι όμως πρόλαβαν και κατέφυγαν στον ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Λ. τους έβγαλε από εκεί και τους φυλάκισε στο νησί Πρώτη των Πριγκιποννήσων· λίγες μέρες αργότερα, τους τύφλωσε με βασιλικό διάταγμα και δήμευσε την περιουσία τους.
5. Στρατηγός (τέλη 10ου αι.). Ήταν πρωτοπρεσβύτερος στην Αυλή του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025) και το 976 διορίστηκε στρατηγός και στάλθηκε από τον αυτοκράτορα στη Μικρά Ασία με εντολή να καταστείλει τη στάση του στρατηγού Βάρδα Σκληρού. Η σύγκρουση έγινε στις Ραγέες το 977 και κατέληξε σε πανωλεθρία του Λ., ο οποίος και αιχμαλωτίστηκε.
IV
(797 μ.Χ.). Γιος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΣΤ’ (780-798) και της Θεοδότης. Πέθανε οκτώ μήνες μετά τη γέννησή του, δηλητηριασμένος (ίσως) από τη βασίλισσα Ειρήνη, η οποία λίγο αργότερα εκθρόνισε και τύφλωσε τον ίδιο της τον γιο, Κωνσταντίνο ΣΤ’.
V
Όνομα δεκατριών παπών της Ρώμης.
1. Λ. Α’, ο Μέγας (; – 461). Πάπας της Ρώμης (440-461). Καταγόταν από οικογένεια της Τοσκάνης και εξελέγη παμψηφεί από τον κλήρο και τον λαό ως διάδοχος του Σίξτου Γ’, τη στιγμή που δύο κίνδυνοι απειλούσαν την Εκκλησία: οι βάρβαροι και οι αιρέσεις. Μολονότι πέτυχε να απομακρύνει τον Αττίλα από τη Ρώμη (452), δεν κατόρθωσε να εμποδίσει τη λεηλασία της πόλης από τους Βανδάλους παρά τη θαρραλέα επέμβασή του (455), εξαιτίας της πλήρους αδυναμίας του αυτοκράτορα. Ο Λ. Α’ υπήρξε διώκτης του μανιχαϊσμού και του πελαγιανισμού. Για να διατηρήσει την ενότητα της Εκκλησίας, έστειλε αντιπροσώπους του στη Σύνοδο της Εφέσου που είχε συγκαλέσει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ (ο οποίος υποστήριζε τους μονοφυσίτες) και πέτυχε τη σύγκληση της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας. Μορφωμένος, γενναίος και ικανός, υπήρξε μία από τις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται από την Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία στις 18 Φεβρουαρίου και από τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία στις 11 Απριλίου.
2. Λ. Β’ (; – 683). Πάπας της Ρώμης (682-683). Διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Αγάθωνα και προσχώρησε στις αποφάσεις της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου (681). Αναθεμάτισε ως μονοθελητή τον πάπα Ονώριο Α’ και πέτυχε μέσω σύμβασης την ανασύνδεση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ραβένα με εκείνη της Ρώμης.
3. Λ. Γ’ (; – 816). Πάπας της Ρώμης (795-816). Διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Αδριανό Α’ και ζήτησε την προστασία του Καρλομάγνου, παραδίδοντάς του μάλιστα τα κλειδιά του Αγίου Πέτρου. Επειδή βαρυνόταν από σοβαρές κατηγορίες για ανηθικότητα και επιορκία λόγω της φιλοδυτικής πολιτικής του, αναγκάστηκε τελικά να εγκαταλείψει τη Ρώμη και να καταφύγει στον προστάτη του Καρλομάγνο, με τη συνοδεία του οποίου επέστρεψε στη Ρώμη. Η βοήθεια αυτή εξηγεί και το γεγονός ότι το 800 έστεψε τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα του Δυτ. Ρωμαϊκού κράτους (Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία). Μετά τον θάνατό του ανακηρύχθηκε άγιος από τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουνίου.
4. Λ. Δ’ (; – 855). Πάπας της Ρώμης (847-855). Προερχόταν από το τάγμα των Βενεδικτίνων και διαδέχθηκε τον Σέργιο Β’. Για να προστατεύσει τη Ρώμη από τις επιδρομές των Σαρακηνών που λεηλάτησαν τον Άγιο Πέτρο (846), ένωσε με γέφυρα το Βατικανό με το φρούριο του Αγίου Αγγέλου (852). Ο Λ. Δ’ έχρισε αυτοκράτορα τον Λουδοβίκο Β’, γιο του αυτοκράτορα Λοθαρίου. Ανακηρύχθηκε άγιος από τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιουλίου.
5. Λ. Ε’ (; – περ. 905;). Πάπας της Ρώμης (903). Διαδέχθηκε τον Βενέδικτο Δ’, αλλά μετά από έναν μήνα ανατράπηκε από τον ιερέα Χριστόφορο. Πέθανε στη φυλακή.
6. Λ. ΣΤ’ (; – 929). Πάπας της Ρώμης (928). Διαδέχθηκε τον Ιωάννη Ι’. Τοποθετήθηκε στον παπικό θρόνο από την κόρη του Θεοφύλακτου Μοροζία, όμως πέθανε λίγους μήνες αργότερα.
7. Λ. Ζ’ (; – 939). Πάπας της Ρώμης (936-939). Διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Ιωάννη ΙΑ’. Με αξίωση του Αλβέριχου Β’, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να αναρρηθεί στην παπική καθέδρα, κάλεσε τον ηγούμενο της μονής του Κλινί, Όδωνα, και του ανέθεσε τη μεταρρύθμιση των μοναστηριών της Ρώμης. Σε μερικά μάλιστα από τα μοναστήρια αυτά χορήγησε ιδιαίτερα προνόμια.
8. Λ. Η’ (; – 965). Πάπας της Ρώμης (963-965). Διαδέχθηκε τον πάπα Ιωάννη IB’. Μολονότι ήταν λαϊκός, εξελέγη πάπας με τη θέληση του αυτοκράτορα Όθωνα Α’. Όπως και ο προκάτοχός του, έδωσε όρκο πίστης στον ηγεμόνα και υπέγραψε συνθήκη σύμφωνα με την οποία δεν επιτρεπόταν στο μέλλον χειροτονία πάπα αν ο υποψήφιος δεν ορκιζόταν πρώτα πίστη στον αυτοκράτορα. Όταν ο Όθων έφυγε από τη Ρώμη, ο έκπτωτος πάπας Ιωάννης IB’ έδιωξε τον Λ. και ακύρωσε με σύνοδο την εκλογή και τις πράξεις του (964). Μετά τον θάνατο του Ιωάννη, τον διαδέχθηκε ο Βενέδικτος Ε’, αλλά ο Όθων διέταξε την αποκατάσταση του Λ. Ορισμένοι κύκλοι τον θεωρούν αντίπαπα.
9. Λ. Θ’ (Κολμάρ, Αλσατία 1002 – Ρώμη 1054). Πάπας της Ρώμης (1049-54). Διετέλεσε επίσκοπος της Τουλ και εξελέγη πάπας χάρη στην υποστήριξη του εξαδέλφου του, αυτοκράτορα Ερρίκου Γ’. Ακολουθώντας τις συμβουλές του ικανότατου Χιλδεβράνδου (γραμματέα του Γρηγορίου ΣΤ’), προσπάθησε να θέσει τέρμα στις καταχρήσεις που δυσφημούσαν την Εκκλησία: έπαυσε τους σιμωνιακούς, επέβαλε με αυστηρότητα την αγαμία του κλήρου και εμπιστεύτηκε στους μοναχούς την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων του. Μετά τη μάχη της Τσιβιτέλα (1053) συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Νορμανδούς, αλλά κατόρθωσε να τους αποσπάσει όρκο πίστης. Κατάφερε να διατηρήσει τις σχέσεις της Ρώμης με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά λίγο μετά τον θάνατό του οι παπικοί λεγάτοι αφόρισαν τον πατριάρχη, ο οποίος αναθεμάτισε τον πάπα και οριστικοποίησε το σχίσμα στις 16 Ιουλίου 1054. Ικανός πολιτικός, ο Λ. Θ’ διατήρησε καλές σχέσεις με τους Ευρωπαίους ηγεμόνες, αν και μάλλον του αναλογούν ευθύνες για το σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
10. Λ. Ι’ (Φλωρεντία 1475 – Ρώμη 1521). Πάπας της Ρώμης (1513-21). Το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Δευτερότοκος γιος του Λαυρεντίου των Μεδίκων, εξελέγη από το κονγκλάβιο ως διάδοχος του Ιουλίου Β’ σε ηλικία 38 ετών. Προορισμένος για τον ιερατικό κλάδο, έγινε καρδινάλιος σε ηλικία 14 ετών, αλλά δεν εγκατέλειψε τις διασκεδάσεις και την πολυτέλεια που χαρακτήριζε τους ευγενείς της Αναγέννησης. Λίγο μετά την εκλογή του διέλυσε τη Σύνοδο του Λατερανού, η οποία είχε ως σκοπό την αναμόρφωση των εκκλησιαστικών ηθών, αλλά δεν επεδείκνυε αποτελέσματα. Μετά τη μάχη της Μαρινιάν ο Λ. Ι’ και ο αντίπαλός του, Φραγκίσκος A’ της Γαλλίας, υπέγραψαν το κονκορδάτο της Μπολόνια (1516), έγγραφο που έμελλε να ρυθμίσει σχεδόν για τρεις αιώνες τις σχέσεις της Αγίας Έδρας με τη Γαλλία: η δύναμη της Εκκλησίας στο βασίλειο αυτό ενισχύθηκε και παρεμποδίστηκε ο σχηματισμός μιας εκκλησιαστικής αριστοκρατίας. Το 1514, επαναλαμβάνοντας τη χειρονομία του Ιουλίου Β’, ο Λ. Ι’ αποφάσισε να χορηγήσει αφέσεις (συγχωροχάρτια), για να χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμηση της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Η χορήγηση των αφέσεων προκάλεσε καταχρήσεις που ξεσήκωσαν κύμα αγανάκτησης με κύριο εκφραστή τον Λούθηρο. Φίλος της πολυτέλειας και εμποτισμένος βαθιά από ουμανιστικές ιδέες, φάνηκε αδύναμος να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο αυστηρός Γερμανός μοναχός, στον οποίο δεν μπόρεσε να επιβάλει σιωπή. Σύμφωνα με τον Φέρναντ Χέιγουορντ, ο Λ. Ι’ άφησε «την ανάμνηση ενός ποντίφικα περισσότερο ευφυούς παρά ενεργητικού».
11. Λ. IA’ (Φλωρεντία 1535 – Ρώμη 1605). Πάπας της Ρώμης (1605). Διετέλεσε επίσκοπος στην Πιστόια (1573), αρχιεπίσκοπος Φλωρεντίας (1574), καρδινάλιος (1583) και απεσταλμένος του πάπα στη Γαλλία στη διάρκεια των θρησκευτικών πολέμων. Διατηρήθηκε στον παπικό θρόνο μόνο 26 ημέρες, καθώς πέθανε ξαφνικά.
12. Λ. IB’ (Σπολέτο 1760 – Ρώμη 1829). Πάπας της Ρώμης (1823-29). Διαδέχθηκε τον πάπα Πίο Z’. Υπήρξε συντηρητικός και μάλλον αντιπαθής στον λαό. Κατεδίωξε τους καρμπονάρους στα παπικά εδάφη, γι’ αυτό και ονομάστηκε και πάπας της Ιεράς Συμμαχίας.
13. Λ. ΙΓ’ (Καρπινέτο 1810 – Ρώμη 1903). Πάπας της Ρώμης (1878-1903). Εξελέγη από το πρώτο κονγκλάβιο που συνήλθε στη Ρώμη μετά την κατάληψη της πόλης το 1870. Η ανάρρησή του έγινε σε μία Αγία Έδρα στερημένη από την κοσμική εξουσία της και με την πνευματική αυθεντία της Εκκλησίας να αμφισβητείται από τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλιστές. Από τα πρώτα χρόνια της αρχιερατείας του πέτυχε τον μετριασμό και ύστερα την κατάργηση των μέτρων από τη Γερμανία που είχαν ληφθεί με την ευκαιρία του Kulturkampf. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890, στη Γαλλία ο καρδινάλιος Λαβιζερί υιοθέτησε τις απόψεις του πάπα και παρότρυνε τους καθολικούς να προσχωρήσουν στη δημοκρατία, γεγονός που προκάλεσε σημαντική αναταραχή στους βασιλόφρονες. Επικεφαλής των δημοκρατικών καθολικών τέθηκε τότε ο κόμης Αλμπέρ ντε Μεν. Στην Αυστρία ο Λ. ΙΓ’ ευνόησε το κίνημα των χριστιανοσοσιαλιστών. Παρότι επέδειξε συμφιλιωτικό πνεύμα απέναντι στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, υιοθέτησε αδιάλλακτη στάση απέναντι στην ιταλική κυβέρνηση, διατηρώντας την απαγόρευση συμμετοχής στην πολιτική ζωή που είχε επιβάλει ο Πίος Θ’ στους Ιταλούς καθολικούς. Άνθρωπος φωτισμένος, ο Λ. ΙΓ’ προσπάθησε να επαναφέρει στη χριστιανική φιλοσοφία την παλιά χαμένη της λάμψη. Επιθυμούσε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα της θέσης του ανθρώπου και του χριστιανού στην αναπτυσσόμενη βιομηχανική κοινωνία. Η εγκύκλιός του, Rerum novarum (1891), αποτελούσε προσπάθεια λύσης στη σύγκρουση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, ανασκευάζοντας τις σοσιαλιστικές απόψεις και προτείνοντας μια χριστιανική λύση. Η λύση αυτή έμελλε να γίνει ο καταστατικός χάρτης της καθολικής κοινωνικής σχολής. Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία και στις ΗΠΑ, ο πάπας ευνόησε την ανάπτυξη μιας νέας πολιτικής τάσης με βάση τον φιλελευθερισμό: της χριστιανικής δημοκρατίας.
O πάπας Λέων Α’, ο εδραιωτής της παπικής εξουσίας, ενώ αντιμετωπίζει τον Αττίλα, σε νωπογραφία του Ραφαήλ (Αίθουσα του Ηλιόδωρου, Βατικανό).
Προσωπογραφία του πάπα Λέοντα ΙΓ’· η εγκύκλιός του «Rerum novarum» (Περί νέων πραγμάτων) εγκαινίασε την πολιτική ανάπτυξη των καθολικών οργανώσεων.
«Ο πάπας Λέων Ι’ και δύο καρδινάλιοι», πίνακας του Ραφαήλ Σάντσιο (Πινακοθήκη Ουφίτσι, Φλωρεντία).
VI
(Στυππής, ; – 1143). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1134-43). Συγκάλεσε σύνοδο τον Μάιο του 1140, η οποία καταδίκασε ως αιρετικά τα συγγράμματα του μοναχού Κωνσταντίνου του Χρυσόμαλλου. Το 1143 καταδίκασε δύο επισκόπους της Καππαδοκίας για τα συγγράμματά τους. Ο Λ. καταδίωξε επίσης αυτούς που προσέφευγαν στη μαγεία για δήθεν θεραπευτικούς σκοπούς, ενώ αντέκρουσε τις απόψεις του αυτοκράτορα της Γερμανίας, Λοθαρίου B’, για την ένωση των δύο Εκκλησιών. Ο Λ. ανακηρύχθηκε άγιος από την Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου.
VII
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Λ. Α’, πάπας της Ρώμης (; – 461). Βλ. λ. Λέων. Όνομα δεκατριών παπών της Ρώμης (1.).
2. Λ. Α’ ο Θραξ, αυτοκράτορας του Βυζαντίου (; – 474). Βλ. λ. Λέων. Όνομα έξι αυτοκρατόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1.).
3. Επίσκοπος Νικαίας (9ος αι.). Συνελήφθη από τον ηγεμόνα των Βουλγάρων, Ομουρτάγ, και μεταφέρθηκε στη Βουλγαρία, όπου και μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Ιανουαρίου.
4. Επίσκοπος Κατάνης (9ος-10ος αι.). Τιμήθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ και πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Φεβρουαρίου.
5. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (; – 1143). Βλ. λ. Λέων. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
6. Μαρτύρησε στη Λυκία, όπου τον έπνιξαν σε χείμαρρο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Φεβρουαρίου.
7. Αρχιμανδρίτης και ασκητής. Η μνήμη του τιμάται στις 30 Δεκεμβρίου.
8. Ερημίτης ασκητής. Έζησε όλη του τη ζωή γυμνός. Η μνήμη του τιμάται την 1η Ιουλίου.
9. Λ. ο εν τη μάνδρα. Ασκητής. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουλίου.
VIII
Όνομα διαφόρων ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας.
1. Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός (5oς αι. π.Χ.). Ανήκε στην τάξη των αριστοκρατών. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο στάλθηκε από τους Αθηναίους ως εκπρόσωπος στις κοινές θυσίες που έκαναν με τη Σπάρτη καθώς και στη Νικίειο ειρήνη, που υπογράφηκε το 421−420 π.Χ. Μαζί με τον στρατηγό Διομέδοντα, που ανήκε και εκείνος στην τάξη των αριστοκρατών, τέθηκαν επικεφαλής των αριστοκρατικών που πήγαν αργότερα στη Σάμο να καταργήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Επίσης, κυρίευσε τις Κλαζομενές και υπέταξε τη Λέσβο.
2. Σπαρτιάτης πολιτικός και ολυμπιονίκης (4oς αι. π.Χ.). Ήταν πατέρας του Ανταλκίδα και του Πεδάριτου. Το 440 π.Χ. διακρίθηκε στους αγώνες ιπποδρομιών της Ολυμπίας. Το 420 έγινε πρέσβης της Σπάρτης στην Αθήνα, αλλά δεν μπόρεσε να εμποδίσει τη συμμαχία των Αθηναίων με τους Αργείους. Το 411 ο γιος του Πεδάριτος πέθανε πολεμώντας, ενώ τον ίδιο χρόνο ο Λ. έγινε αρχηγός του στρατού και του στόλου.
3. Αθηναίος πολιτικός (4oς αι. π.Χ.) Το 367 π.Χ. οι Αθηναίοι τον έστειλαν μαζί με τον Τιμαγόρα στην Περσία για να ματαιώσει την αποστολή του Πελοπίδα, απεσταλμένου των Θηβαίων, ο οποίος προσπαθούσε να πείσει τους Πέρσες να αναγνωρίσουν την κυριαρχία της Θήβας στην Ελλάδα. Ο Λ. απέτυχε στην αποστολή του και, όταν επέστρεψε, κατηγόρησε τον Τιμαγόρα στον δήμο ότι είχε ταχθεί με το μέρος των Θηβαίων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θανατωθεί.
4. Ιστορικός από την Πέλλα της Μακεδονίας (τέλη 4ου αι. π.Χ.). Έγραψε το βιβλίο Περί των κατ’ Αίγυπτον θεών, βασισμένο σε μια επιστολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς την Ολυμπιάδα· σε αυτήν, ο Αλέξανδρος αποκάλυπτε ότι οι Αιγύπτιοι ιερείς τού είχαν εμπιστευτεί τον «ιερόν λόγον». Σύμφωνα με αυτόν, οι θεοί της Αιγύπτου ήταν αρχικά άνθρωποι που ανήκαν στις βασιλικές δυναστείες. Το βιβλίο αυτό προκάλεσε μεγάλη αίσθηση τόσο στην εποχή που γράφτηκε όσο και μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, γιατί χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εναντίον των ειδωλολατρών.
5. Πολιτικός από το Βυζάντιο (4ος αι. π.Χ.). Ήταν φίλος του Φωκίωνα και σπούδασε στην Αθήνα κοντά στον Πλάτωνα. Διακρίθηκε ως πολιτικός μετά την επιστροφή του στο Βυζάντιο. Όταν το 340 π.Χ. ο Φίλιππος ο Μακεδών πολιόρκησε την πόλη, ο Λ. αντιστάθηκε με μεγάλη γενναιότητα. Όταν, όμως, ο Φίλιππος τον συκοφάντησε ότι είχε δεχτεί να του παραδώσει το Βυζάντιο έναντι χρηματικής αμοιβής, ο Λ. αυτοκτόνησε.
IX
(7oς αι. π.Χ.). Βασιλιάς της Σπάρτης. Καταγόταν από το γένος των Αγιαδών και ήταν γιος του Ευκρατίδη, πατέρας του Αναξανδρίδη και παππούς του Λεωνίδα. Στη διάρκεια της βασιλείας του, οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Τεγέα.
X
Όνομα έξι αυτοκρατόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
1. Λ. Α’, ο Θραξ (; – 474). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (457-474). Διαδέχθηκε τον αυτοκράτορα Μαρκιανό, ο οποίος δεν είχε ορίσει διάδοχο. Σε αντιστοιχία με τον προκάτοχό του, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας χάρη στην υποστήριξη του πανίσχυρου αρειανού Aλανού πατρικίου Άσπαρ και στέφθηκε από τον πατριάρχη Ανατόλιο. Η βασιλεία του Λ. χαρακτηρίστηκε από τη συνέχιση της αυστηρά ορθόδοξης θρησκευτικής πολιτικής του Μαρκιανού, που αποξένωνε όλο και περισσότερο τις μονοφυσιτικές ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου από την εξουσία. Εξίσου σημαντική υπήρξε η προσπάθεια εξουδετέρωσης της επιρροής του γοτθικού στοιχείου, που επανεμφανιζόταν ισχυροποιημένο στις τάξεις του στρατού. Ο Λ. εγκαινίασε τη δημιουργία στρατιωτικών σωμάτων επανδρωμένων από τον σκληροτράχηλο ορεινό λαό των Ισαύρων του όρους Ταύρος στην Κιλικία. Έτσι, ξεκίνησε μία πολιτική που εφαρμόστηκε σε ευρύτερη κλίμακα από τον διάδοχό του, Ζήνωνα, ο οποίος ήταν Ίσαυρος αξιωματικός και κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Λ., ο οποίος τον πάντρεψε με την κόρη του, Αριάδνη (466/7). Η βασιλεία του Λ. δεν χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερες εντάσεις. Το μόνο σπουδαίο πολεμικό γεγονός ήταν η εκστρατεία εναντίον των Βανδάλων της Αφρικής που απειλούσαν την Αλεξάνδρεια (468), η οποία είχε βαρύτατες επιπτώσεις για το κράτος. Η συνδυασμένη επιχείρηση από την Ανατολή και τη Δύση και οι ισχυρότατες βυζαντινές δυνάμεις που συμμετείχαν στην εκστρατεία (1.113 πλοία και στρατός 100.000 ανδρών) μπορούσαν να αποτελέσουν εγγύηση επιτυχίας εναντίον του ικανότατου αρχηγού των Βανδάλων Γιζέριχου, αν η αρχηγία του βυζαντινού στόλου δεν είχε ανατεθεί στον Βασιλίσκο, πρόσωπο εντελώς ακατάλληλο, αλλά γαμπρό του Λ. Μάλιστα, η υπόδειξη του Βασιλίσκου ως αρχηγού του στόλου από τον Άσπαρ και η όλη στάση του πρώτου κατά τη ναυμαχία δημιούργησαν σοβαρές υπόνοιες για μυστική συνεννόηση και των δύο με τους Βανδάλους. Ωστόσο, ο Λ. αναγκάστηκε να ανακηρύξει καίσαρα έναν από τους γιους του Άσπαρ, πιεζόμενος από παλαιότερη υπόσχεσή του, γεγονός που προκάλεσε γενικευμένη αντίδραση και διαμαρτυρίες του πλήθους στον Ιππόδρομο εναντίον του αρειανού Αλανού. Τελικά, μία εξέγερση με υποκινητές τον Ζήνωνα και τον αυτοκράτορα εναντίον του Άσπαρ και της οικογένειάς του έδωσε την ευκαιρία στον Λ. να εξοντώσει τόσο εκείνον όσο και τον γιο του, Αρδαβούριο. Η πράξη αυτή του έδωσε την επωνυμία Μακέλλος, ενώ ταυτόχρονα εξασθένησε το γοτθικό στοιχείο. Λίγο πριν πεθάνει, ο Λ. όρισε διάδοχό του τον ανήλικο εγγονό του, Λ. Β’ (βλ. 2.). Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και τιμά τη μνήμη του στις 20 Ιανουαρίου.
2. Λ. Β’ (468 – 474). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (474). Εγγονός του αυτοκράτορα Λ. Α’ (βλ. 1.), τον διαδέχθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο (474) σε ηλικία 6 ετών και πέθανε τον ίδιο χρόνο. Τον διαδέχθηκε ο Ζήνων.
3. Λ. Γ’, ο Ίσαυρος (Γερμανικεία 680 – 741). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (717-741) και ιδρυτής της ομώνυμης δυναστείας. Διαδέχθηκε στον θρόνο τον Αναστάσιο Β’, ο οποίος παλαιότερα τον είχε ορίσει στρατηγό. Αντιμετώπισε με ανδρεία τους Άραβες, οι οποίοι πολιορκούσαν επί έναν χρόνο την Κωνσταντινούπολη από ξηρά και θάλασσα. Τελικά, οι Άραβες έλυσαν την πολιορκία έπειτα από μεγάλες απώλειες λόγω επιδημιών και έλλειψης τροφίμων, ενώ και οι μετέπειτα επιδρομές τους αντιμετωπίστηκαν από τον Λ. με επιτυχία. Αναδιοργάνωσε ριζικά το κράτος, μεταρρυθμίζοντας τη νομοθεσία, καταργώντας τη δουλοπαροικία και τροποποιώντας το ιουστινιάνειο ιδιωτικό και ποινικό δίκαιο με την περίφημη Εκλογή (726). Διαίρεσε το κράτος σε μεγάλες περιφέρειες, τα θέματα, επικεφαλής των οποίων τοποθέτησε στρατηγούς με μεγάλες στρατιωτικές και πολιτικές εξουσίες. Επί της βασιλείας του απαγορεύτηκε η ανάρτηση και η λατρεία των εικόνων, γεγονός που προκάλεσε τη μεγάλη αναταραχή που έμεινε γνωστή ως εικονομαχία (βλ. λ.). Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Κωνσταντίνος Ε’.
4. Λ. Δ’, ο Χάζαρος (749 –790). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (775-790). Διαδέχθηκε τον πατέρα του, Κωνσταντίνο Ε’, και έμεινε στην ιστορία λόγω της ασθενικής του κράσης, καθώς έπασχε από φυματίωση. Συνέχισε την εικονομαχική πολιτική του πατέρα του και του παππού του, αλλά με ηπιότερο τρόπο. Για χάρη της γυναίκας του, Ειρήνης της Αθηναίας, που υποστήριζε τους εικονολάτρες, άφησε ελεύθερους τους ομοϊδεάτες της να επανακτήσουν την επιρροή τους. Το 778 νίκησε τους εισβολείς Άραβες, κυρίως χάρη στον στρατηγό Μιχαήλ Λαχανοδράκοντα. Λίγο πριν από τον θάνατό του οι εικονολάτρες ανέβασαν στον πατριαρχικό θρόνο τον ομοϊδεάτη τους Παύλο με τη βοήθεια της φιλόδοξης και φίλαρχης βασίλισσας Ειρήνης, γεγονός που έφερε σε ρήξη τον Λ. Δ’ με τη σύζυγό του. Ο θάνατος του Λ. Δ’ αποδόθηκε από τους εικονολάτρες στη θεία δύναμη, ενώ οι εικονομάχοι κατηγόρησαν ως υπεύθυνη τη σύζυγό του.
5. Λ. Ε’, ο Αρμένιος (; – 820). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (813-820). Διαδέχθηκε τον Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ, μετά την αποτυχία του τελευταίου στον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων και την παραίτησή του. Καταγόταν από την Αρμενία, πατρίδα ικανών στρατιωτικών αλλά και συντηρητικών χριστιανών· υπήρξε στρατηγός του θέματος των Ανατολικών πριν από την ανάρρησή του και –όπως ο ομώνυμός του, Λ. Γ’ ο Ίσαυρος (βλ. 3.)– είχε αξιόλογα στρατιωτικά προσόντα και εικονομαχικές πεποιθήσεις. Οι πρώτες του ενέργειες αφορούσαν την επιβολή τάξης στον στρατό, που είχε εμφανίσει δείγματα απειθαρχίας επί Μιχαήλ Α’, και την ενίσχυση των τειχών για την αντιμετώπιση των Βουλγάρων, που είχαν φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη. Οι Βούλγαροι τελικά απομακρύνθηκαν από την πρωτεύουσα, πραγματοποίησαν όμως επιδρομές σε διάφορες βυζαντινές πόλεις. Το 813 κατέλαβαν την Αδριανούπολη, αλλά ηττήθηκαν από τον Λ. στη μάχη της Μεσημβρίας τον ίδιο χρόνο. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αρχηγού των Βουλγάρων, Κρούμου, ο διάδοχός του, Ομουρτάγ, υπέγραψε 30ετή ειρήνη (815) και ο Λ. απαλλάχθηκε από τη βουλγαρική απειλή. Έτσι, ξεκίνησε να αναλαμβάνει την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων, ενώ παράλληλα αποφάσισε να εφαρμόσει εικονομαχική πολιτική. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της δεύτερης φάσης του εικονομαχικού κινήματος (που δεν εμφανίζει την οξύτητα της πρώτης) είναι η προσπάθεια επιβολής του αυτοκρατορικού ελέγχου στην εκκλησιαστική ζωή. Η Εκκλησία αντιμετώπισε με σθένος αυτή την κίνηση, με πιο θαρραλέο αντιπρόσωπο τον Θεόδωρο Στουδίτη, ο οποίος ανέπτυξε αξιόλογη δράση εναντίον της πολιτικής του Λ. ακόμη και μετά από την εξορία του. Η καταδίκη των εικόνων από τοπική σύνοδο (815), ύστερα από βίαιη αντικατάσταση του πατριάρχη Νικηφόρου, δημιούργησε ρεύμα αντίδρασης εναντίον του Λ. Από την κατάσταση επωφελήθηκε ο παλιός συνεργάτης του Μιχαήλ Τραυλός, ο οποίος οργάνωσε τη δολοφονία του αυτοκράτορα και τον διαδέχθηκε στον θρόνο.
6. Λ. ΣΤ’, ο Σοφός (865; – 912). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (886-912). Ήταν γιος του Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα και της Ευδοκίας Ιγγερίνης. Χάρη στον δάσκαλό του, πατριάρχη Φώτιο, απέκτησε μεγάλη μόρφωση, γι’ αυτό και ονομάστηκε Σοφός. Είχε όμως αντιφατικό χαρακτήρα, που διαφάνηκε από διάφορα περιστατικά της ζωής του: ανάγκασε τον Φώτιο να παραιτηθεί για να ανεβάσει στον θρόνο τον εξάδελφό του, Στέφανο· παραμέλησε τη σύζυγό του, Θεοφανώ (που αργότερα ανακηρύχθηκε αγία) και δημιούργησε σχέσεις με τη Ζωή, κόρη του αυλικού Θεόδωρου Ζαουτζή, την οποία παντρεύτηκε μετά τον θάνατο της Θεοφανούς και τη δηλητηρίαση του συζύγου της. Είκοσι μήνες μετά χήρεψε και παντρεύτηκε την Ευδοκία Βαγιάνη από τη Φρυγία, η οποία όμως πέθανε στον τοκετό. Παντρεύτηκε για τέταρτη φορά, τη Ζωή Καρβωνοψίνα, παραβαίνοντας τόσο τις εκκλησιαστικές διατάξεις όσο και έναν νόμο που ο ίδιος θέσπισε. Η Ζωή του χάρισε έναν γιο, τον κατοπινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Όταν ο πατριάρχης Νικόλαος Α’ ο Μυστικός τον έδιωξε από τον ναό για τη διαγωγή του, ο Λ. τον αντικατέστησε με τον Ευθύμιο, ο οποίος και κήρυξε νόμιμο τον τελευταίο γάμο του. Ο Λ. συνέχισε το νομοθετικό έργο του πατέρα του και δημοσίευσε την Ανακάθαρση των παλαιών νόμων (887-893) με τον τίτλο Βασιλικά, σε εξήντα βιβλία που αναφέρονται στο αστικό, ποινικό και εκκλησιαστικό δίκαιο. Παράλληλα με την άσκηση της εξουσίας, ο Λ. έγραψε στίχους και εκκλησιαστικές ωδές. Στον εξωτερικό τομέα δεν επέδειξε ιδιαίτερα σημαντικό έργο: πολέμησε τους Άραβες, τους οποίους όμως δεν κατόρθωσε ούτε να διώξει από την Κρήτη ούτε και να εμποδίσει να καταλάβουν τη Σικελία. Χάρη στη συμμαχία του με τους Ούγγρους, κατόρθωσε, αντίθετα, να νικήσει τον τσάρο της Βουλγαρίας Συμεών, που επιτέθηκε στο Βυζάντιο, επεκτείνοντας τα όρια του κράτους του στα Δ μέχρι την Αδριατική και στα Β μέχρι τη Βλαχία και σε τμήμα της Ουγγαρίας. Οι Βούλγαροι επανέλαβαν, όμως, τις επιθέσεις τους και τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τμήμα της Μακεδονίας και την Αλβανία.
Ο αυτοκράτορας Λέων Δ’ ο Χάζαρος, σε νόμισμα (Νομισματικό Μουσείο, Παρίσι).
Ο αυτοκράτορας Λέων A’ σε νόμισμα.
XI
(Αστρον.). Ονομασία δύο αστερισμών του βορείου ημισφαιρίου. Περισσότερο γνωστός είναι ο Μεγάλος Λ., ο οποίος βρίσκεται κοντά στον ισημερινό και εντάσσεται σχεδόν ολόκληρος στο βόρειο ημισφαίριο. Είναι ο πέμπτος στη σειρά του ζωδιακού κύκλου (23 Ιουλίου – 23 Αυγούστου) και περιλαμβάνει έναν αστέρα 1,3 μεγέθους, τον Βασιλίσκο (α Λ., διεθνώς Regulus), τρεις 2ου και τέσσερις 3ου μεγέθους, καθώς και περίπου 150 άλλους αστέρες μεταξύ 4ου και 6ου μεγέθους. Στην ελληνική μυθολογία συμβολίζει το λιοντάρι της Νεμέας που σκότωσε ο Ηρακλής κατά τους περίφημους άθλους του. Διεθνώς ονομάζεται Leo με σύμβολο επίσης Leo.
Ο Μικρός Λ. είναι πολύ μικρότερος. Βρίσκεται στα Β του Μεγάλου Λ. και αποτελείται από σαράντα περίπου αστέρες, μεταξύ 5ου και 6ου μεγέθους. Διεθνώς ονομάζεται Leo Minor με σύμβολο Lmi.
Ο Μεγάλος Λέων, 5ος αστερισμός του ζωδιακού κύκλου, μεταξύ Καρκίνου και Παρθένου.
* * *
-οντος και λέοντας και λιόντας, ο, θηλ. λέαινα (AM λέων, -οντος, θηλ. λέαινα)
1. ένα από τα μεγαλύτερα σαρκοφάγα ζώα τής οικογένειας αιλουροειδή, λιοντάρι
2. μτφ. άφοβος, γενναίος («οἴκοι μὲν λέοντες, ἐν μάχῃ δ' ἀλώπεκες», Αριστοφ.)
3. ως κύριο όν. Λέων
α) αστρον. αστερισμός τού βόρειου ημισφαιρίου
β) αστρολ. το πέμπτο ζώδιο τού ζωδιακού κύκλου
4. φρ. «ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα» — από μια λεπτομέρεια ή ένδειξη είναι δυνατή η συναγωγή γενικότερου συμπεράσματος
νεοελλ.
φρ. α) «θαλάσσιος λέων» — είδος φώκιας που φέρει χαίτη
β) «πήρε τη μερίδα τού λέοντος» — πήρε το μεγαλύτερο και εκλεκτότερο μερίδιο από κάτι
γ) «ένας αλλά λέων» — λέγεται για ανθρώπους οι οποίοι, αν και μόνοι τους, είναι πολύ αξιόλογοι
αρχ.
1. μτφ. άγριος, θηριώδης, («διπλοῡς λέων, διπλοῡς Ἄρης», Αισχύλ.)
2. το δέρμα τού λιονταριού, η λεοντή («τὸν λέοντα αὐτοῡ περιβεβλημένην», Λουκ.)
3. είδος κοσμήματος
4. είδος φιδιού
5. είδος χορού
6. η νόσος λεοντίαση
7. τίτλος βαθμούχου αφιερωμένου στη λατρεία τού Μίθρα
8. θαλάσσιο τέρας
9. το φυτό οροβάγχη
10. φρ. (για τον Αίγισθο) «λέοντ' ἄναλκιν» — δειλός (Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λέων, -οντος ανάγεται σε οδοντικόληκτο θ. (*λεFοντ-), όπως αποδεικνύεται από τη Μυκηναϊκή, στην οποία μαρτυρείται τ. στην οργανική πτώση (rewo-pi = λεFοντ-φι). Περαιτέρω ετυμολόγηση τού τ. λέων δεν είναι δυνατή. Ίσως πρόκειται για δάνεια λ., είναι άγνωστο όμως από ποια γλώσσα. Η υπόθεση για σύνδεση με σημιτικούς τ. (πρβλ. ακκαδ. lābu, εβρ. lābī) προσκρούει σε μορφολογικές δυσχέρειες, ενώ η άποψη ότι συνδέεται με αρχ. ινδ. rauti, ruvati «βρυχώμαι» έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Ο ομηρ. τ. τής δοτ. πληθ. λείουσι (αττ. λέουσι) οφείλεται σε μετρική έκταση. Τον τ. λέων δανείστηκε η λατ. με τη μορφή leo, leonis, τον οποίο δανείστηκαν μετά οι ευρωπαϊκές γλώσσες (πρβλ. αγγλ. lion, γαλλ. lion). Ο τ. λέων εμφανίζεται ως α' συνθετικό με τη μορφή λεοντ(ο)-* (πρβλ. λεοντόκαρδος) και σε πολύ λίγα σύνθετα με τη μορφή λεο(ν)-, συγκεκριμένα στις λ. λεο-δράκων, λεό-παρδος και στις αντιδάνειες λ. λεόν-ουρος, λεον-ωτίς, λεο-πάρδαλη.
ΠΑΡ. λέαινα, λεόντειος, λεοντή, λεοντιδεύς, λεοντώδης, λιοντάρι (λεοντάριον)
αρχ.
λεόντεος, λεοντηδόν, λεοντιαίος, λεοντιανός, λεοντικός, λεόντιον, λεοντίς, λεόντισσα, Λεοντών
αρχ.-μσν.
λεοντιώ
νεοελλ.
λεοντικά.
ΣΥΝΘ. (Για τα σύνθ. με Α' συνθετικό βλ. λεοντ[ο]-). (Β' συνθετικό) χαμαιλέων
αρχ.
αινολέων, αντιλέων, δριμυλέων, εχθρολέων, θυμολέων, μελλολέων, μονολέων, μυρμηκολέων, οσπρολέων, σφηκαλέων].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λέων — ο Леон – 1) имя некоторых святых Православной Церкви; 2) мужское имя Этим. дргр. «лев» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Λέων — masc nom sg Λής masc gen pl (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέων — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λεῶν — Λεώς men masc gen pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεῶν — λαός men masc gen pl (ionic) λεάζω to be smooth fut part act masc voc sg λεάζω to be smooth fut part act neut nom/voc/acc sg λεάζω to be smooth fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λεών — Λεώ̆ν , Λεώς men masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεών — λαός men masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λέων ο Αφρικανός — (Χασάν Ιμπν Μοχάμαντ αλ Μπαζάν, 1494 – 1552;). Άραβας γεωγράφος. Καταγόταν από οίκο ευγενών της Γρενάδα. Μετά την κατάλυση του αραβικού κράτους στην Ισπανία, σπούδασε στο Φεζ και στη συνέχεια ταξίδεψε στη βόρεια Αφρική και στη νοτιοδυτική Ασία.… …   Dictionary of Greek

  • Λέων ο Τριπολίτης — (τέλη 9ου – μέσα 10ου αι. μ.Χ.). Εξισλαμισμένος χριστιανός πειρατής από την Τρίπολη της Φοινίκης. Επιδόθηκε πολύ νέος στην πειρατεία και απέκτησε δικό του πειρατικό στόλο. Επιδεικνύοντας τόλμη και αγριότητα, αλλά και βοηθούμενος από το πειρατικό… …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Λέων — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 390 μ., 428 κάτ.) της Ζακύνθου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, νοτιοανατολικά του όρμου Έξω Χώρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρτεμισίων του νομού Ζακύνθου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.